Οnce PAOK, always PAOK
Π.Α.Ο.Κ. - ΑΣΤΕΡΑΣ Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017 19:30
Εδω και τοσες χιλιαδες χρονια Μες την Αθηνα στελναμε βαγονια Με ΠΑΟΚτσηδες, τρελοκομεια Και Αθηναιους στα νοσοκομεια Μεγαλε ΠΑΟΚ η δυναμη σου ειμαστε 'μεις οι χιλιαδες οπαδοι σου Κι η Τουμπα παλι θα 'ναι καζανι Γαμω το συνταγμα και το πασαλιμανι...

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Οι αλήθειες για τους Δημοσιογράφους της Θεσσαλονίκης! Απο το βιβλίο του Λευτέρη Δούκα Θ.Ζ. το τέλος της επανάστασης



Αναδημοσίευση από το doctorogiatros.blogspot.gr
Λίγο πριν αρχίσουμε την καταγραφή των γεγονότων που συνέβησαν μήνα προς μήνα κι επειδή αφενός εκ των βασικών πρωταγωνιστών ήταν και δημοσιογράφοι αφετέρου ήταν το βασικό κομμάτι με το οποίο νταραβερίστηκα, είναι αναγκαία μια κατ’ αρχήν συνολική εκτίμηση του χώρου. Στην πορεία και όποτε το απαιτούν οι συνθήκες, οι αναφορές θα είναι λεπτομερέστερες και πιο συγκεκριμένες.

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, το μοναδικό ίσως
προτέρημα που διέθετα, ήταν πως γνώριζα καλά το κουμπί του κάθε δημοσιογράφου. Αυτό βεβαίως δεν καθιστούσε εύκολο το έργο της διαχείρησης της ειδησεογραφίας. Υπήρχαν τόσες διαφορετικές τάσεις και η διατήρηση της όποιας ισορροπίας απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς. Υπήρχαν δημοσιογράφοι που θεωρούσαν αυτονόητο ότι θα πρέπει να έχουν την πρωτοκαθεδρία στη “λήψη” ειδήσεων, κάτι που, θεωρητικώς, θα με έφερνε σε κόντρα με τους υπόλοιπους.

Προσωπικώς, δεν το εκλάμβανα ως βασικό πρόβλημα. Θεωρούσα ότι ο ΠΑΟΚ ως οργανισμός είναι ισχυρότερος απ’ όλα τα ΜΜΕ μαζί, οπότε ήταν θέμα χρόνου να τους φέρω στα νερά που ήθελα. Ειδικά όταν οι λογικές διαπλοκής και “αλλαξοκωλιάς” ήταν πέρα από τις πρακτικές που με εξέφραζαν. Ναζάκια μπορεί να έκαναν πολλοί, αλλά ήμουν πεπεισμένος ότι με ξεκάθαρους χειρισμούς όλοι θα συμβιβάζονταν με το κομμάτι που τους αντιστοιχούσε!

Ξεκαθαρίζω ότι για τους δημοσιογράφους του ΠΑΟΚ –όπως και για τους περισσότερους πιστεύω– δεν ισχύει το κλασικό κλισέ ότι “τα παίρνουν”. Πρόκειται για έναν μύθο, που μπορεί κάποτε να είχε βάση, αλλά πλέον τα δεδομένα είχαν αλλάξει, όχι επειδή ο κλάδος προχώρησε σε κάποια αυτοκάθαρση, αλλά επειδή άλλαξαν οι εποχές.

Τα παλιότερα χρόνια, οι παράγοντες των ομάδων έδιναν κάνα ψιλό στους μεγαλοδημοσιογράφους των ρεπορτάζ κι αυτοί με τη σειρά τους έδιναν χαρτζηλικάκι στους μικρότερους. Ήταν εποχές όμως που η δημοσιογραφία ήταν περισσότερο χόμπι και λιγότερο επάγγελμα και οι παράγοντες έβλεπαν τους ρεπόρτερ ως “συνεργάτες” κατά μία έννοια, που “διαφήμιζαν” την ομάδα.

Στην πραγματικότητα δηλαδή, δεν ήταν δωροδοκία, αλλά κάτι σαν δωράκι, που δε γινόταν στο πλαίσιο ύποπτης συναλλαγής αλλά σ’ εκείνο της συνεργασίας. Οι δημοσιογράφοι τότε, περισσότερο διαφήμιζαν το προϊόν μέσα από την καταγραφή των γεγονότων και ελάχιστα επηρέαζαν τις εξελίξεις.

Αυτό άλλαξε όταν ο αθλητισμός αλλά και ο τύπος έγιναν 100% επαγγελματικά και οι ρόλοι έγιναν απόλυτα διακριτοί. Εννοείται πως η πάσης φύσεως συναλλαγή δεν εξέλειψε ποτέ, ίσα-ίσα μάλιστα που κατέστη πιο επικίνδυνη, ακόμα κι αν εκ των συνθηκών καταργήθηκε το “πάρε”.

Ακούγεται οξύμωρο να θεωρείται χειρότερη μια εποχή χωρίς οικονομική συνδιαλλαγή –έστω και αθώα– σε σχέση με εκείνη που αυτή ήταν σε …μηναία διάταξη, είναι όμως αλήθεια. Τη σήμερον ημέρα, η αμοιβή για το δημοσιογράφο είναι η παροχή ειδήσεων, που τον καθιστά αξιόπιστο-έγκυρο, του προσφέρει κατά συνέπεια θέσεις εργασίας, πωλήσεις, ακροαματικότητα ή κλικαρίσματα, αναλόγως με το μέσο στο οποίο εργάζεται.

Υπάρχει βεβαίως και το δαιμόνιο της ματαιοδοξίας, αφού πολλοί ηδονίζονται από την αίσθηση ή έστω την ψευδαίσθηση ότι είναι συνδιαμορφωτές καταστάσεων. Αυτό το νοιώθουν όταν τους καθιστάς σοβαρούς συνομιλητές, σε θέματα που ξεφεύγουν από την απαραίτητη ενημέρωση.

Είχα κι εγώ τέτοιους, με τη διαφορά ότι αξιολογούσα την ικανότητα και την εγκεφαλική τους επάρκεια και όχι το ταλέντο τους στο γλύψιμο ή την εκδούλευση που ήταν διατεθειμένοι να πουλήσουν για να πετύχουν το στόχο τους.

Αναφέρω ενδεικτικά τον Γιώργο Ζαγόρα, έναν διευθυντή ραδιοφωνικού σταθμού, που καθιερώθηκε για τους ίδιους λόγους που επιπλέουν οι κάτω του μετρίου. Ο εν λόγω, έκανε πρωτοφανή αβάντα στη μεγαλύτερη επενδυτική απάτη που εμφανίστηκε στα μέρη μας, τον Βασίλη Φλωρίδη, μόνο και μόνο επειδή ο “εγγυητής” του τελευταίου, Γιώργος Σαχπατζίδης, του μιλούσε στο τηλέφωνο και τον αντιμετώπιζε ως σοβαρό συνομιλητή.

Αν του μιλούσα κι εγώ θα έκανε τεμενάδες στον Ζαγοράκη, επαναλαμβάνω όμως ότι δε με ενδιέφεραν αυτού του είδους οι “κωλομπαρίστικες” συνεργασίες. Εκτός αυτού, θεωρούσα ότι είναι χαμένος κόπος, τόσο γιατί βαριόμουν να τους πάρω στα σοβαρά ξοδεύοντας τον πολύτιμο χρόνο μου, όσο κι επειδή θεωρούσα πως το κοινό στο οποίο απευθύνονται –και άρα τους πιστεύει– είναι ανεπαρκές, τόσο σε ποσότητα όσο και σε δυναμική ώστε να διαμορφώσει καταστάσεις.

Πιο απλά, ήταν χαμένος κόπος να πείσεις ένα κοινό ηλιθίων που άκουγε και πίστευε έναν παρουσιαστή που αδυνατούσε να συντάξει μια πρόταση χωρίς λάθη και υποστήριζε πράγματα είτε αντιφατικά, είτε τόσο βλακώδη που μπορούσε να καταρρίψει κι ένας απόφοιτος …νηπιαγωγείου.

Διαφορετική περίπτωση ήταν ο Στέλιος Γρηγοριάδης, διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού Metropolis και υψηλόβαθμο στέλεχος της εφημερίδας “Metrosport”, που επίσης ταυτίστηκε με τον επενδυτή-απάτη, όπως και παλιότερα με τον Γιώργο Μπατατούδη. Είναι πέρα από κάθε λογική να αβαντάρεις Φλωρίδη - Μπατατούδη και να χτυπάς τον Ζαγοράκη, έλα όμως που ειδικά ο Μπατατούδης και οι συνεργάτες του διετέλεσαν συνομιλητές του, σε σημείο να τον κάνουν διευθυντή στον τηλεοπτικό σταθμό του τελευταίου!

Επίσης, ο Στέλιος ζούσε με τον εφιάλτη του Κώστα Βασιλόπουλου –διευθυντή των “Σπορ του Βορρά”–, τον οποίον θεωρούσε ως κουμανταδόρο (!!!) στα διοικητικά του ΠΑΟΚ. Η αλήθεια είναι ότι ο Βασιλόπουλος είχε καλή σχέση με τον Ζαγοράκη, αλλά αμφιβάλλω αν είχε πάρει έστω και μία σημαντική είδηση, απ’ αυτές που δίνουν φύλλα στις εφημερίδες. Το συνυπογράφω άλλωστε ως ρεπόρτερ ότι οι καλές ειδήσεις βγαίνουν από κάτι φροντιστές - διερμηνείς - μασέρ κ.λπ. που θεωρητικά είναι υπεράνω υποψίας.

Τις περισσότερες φορές η ενδεχόμενη φιλική σχέση με έναν πρόεδρο δεν προσφέρει κάτι από ειδησεογραφικής άποψης, αφού αν γράψεις εκείνο που θα σου εκμυστηρευτεί, το πιθανότερο είναι να σου τηλεφωνήσει την επόμενη και να σου πει: «καλά ρε μαλάκα, τα λέω σε σένα κι εσύ τα γράφεις;» Στη συνέχεια θα σταματήσει να σου μιλάει…

Ο Βασιλόπουλος είναι απλώς πιο τσάκαλος, περισσότερο έξυπνος και κυρίως αφάνταστα πιο εργατικός σε σχέση με τον Γρηγοριάδη, που περίμενε να του έρθει η είδηση από τον ουρανό! Όταν κάποια στιγμή μου τηλεφώνησε ο Στέλιος για να μου κάνει παράπονα επειδή έχαναν αβέρτα ειδήσεις, τον ρώτησα το εξής απλό: «Πόσο καιρό έχουν να με πάρουν τηλέφωνο οι ρεπόρτερ της εφημερίδας σου;»

Φανταστείτε πως τους δύο πρώτους μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων μου, δεν δέχτηκα παραπάνω από δύο τηλέφωνα από δημοσιογράφους του συγκροτήματος για να μάθουν νέα. Στο ίδιο διάστημα, οι τρεις δημοσιογράφοι των “Σπορ” που έκαναν ρεπορτάζ ΠΑΟΚ μου τα ζάλιζαν –με την καλή έννοια– τηλεφωνώ­ντας μου πολλές φορές την ημέρα για να μη χάσουν είδηση.

Εκείνη την εποχή –καλοκαίρι– που ο ΠΑΟΚ πουλούσε διαρκείας από το πρωί που άνοιγαν τα γραφεία μέχρι την ώρα που έκλειναν, υπήρχαν έξω απ’ τα γραφεία δημοσιογράφοι των “Σπορ” σε βάρδιες για να κάνουν ρεπορτάζ. Είναι λογικό κι επόμενο να έχουν μεγαλύτερη επαφή με την αλήθεια και τα γεγονότα, βλέπο­ντας καθημερινά ποιοι μπαινόβγαιναν, από το να κάθονται στα γραφεία και να περιμένουν το μάννα εξ ουρανού. Προσωπικώς, το είχα ξεκαθαρίσει σε όλους τους τόνους, ότι η επικοινωνία –όπως την αντιλαμβανόμουν– δε συνιστούσε δημόσιες σχέσεις με κανέναν.

Αν ένα μέσο μου ζητούσε διασταύρωση μιας είδησης, δε θα τη ρουφιάνευα στο αντίπαλο μέσο για να μη τη χάσουν, ακόμα κι αν τους συμπαθούσα. Ακόμα και ως μέλος του γραφείου τύπου της ΠΑΕ λειτουργούσα ως δημοσιογράφος και επιθυμούσα κατά μία άποψη να επιβραβεύονται όσοι είναι μάγκες και μπορούν να βγάζουν ειδήσεις.

Για τον Γρηγοριάδη όμως αυτά ήταν ψιλά γράμματα και η παρουσίαση του Βασιλόπουλου ως κουμανταδόρου στα του ΠΑΟΚ ένα πολύ βολικό άλλοθι για να δικαιολογεί τη δημοσιογραφική του ανεπάρκεια. Σας διαβεβαιώνω πως αν οι δυο τους μεταπηδούσαν στο ρεπορτάζ άλλης ομάδας ή ασχολούνταν με το δικαστικό ή το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο. Και να είστε σίγουροι πως σε μια τέτοια περίπτωση, ο Βασιλόπουλος θα… ήλεγχε το δικαστικό κύκλωμα ή τα γραφεία της Βουλής. Εκτός αυτού, αν όντως εκείνος έκανε κουμάντο στα του ΠΑΟΚ, οφείλουμε να τον συγχαρούμε για την εξαιρετική παρουσία της ομάδας σε Ελλάδα κι Ευρώπη! Κάνω λάθος;

Επιστρέφοντας στα της ενημέρωσης και στους τρόπους που διαχειριζόμουν την ειδησεογραφία, αναφέρω ενδεικτικά πως την πληροφορία περί ενδιαφέροντος του Ολυμπιακού για τον Βιεϊρίνια, την έδωσα εγώ σε ένα παιδί που με αντιπαθούσε και με έθαβε σε κάθε ευκαιρία. Στον Απόστολο Παγώνη του gazzetta.gr. Αν και γνώριζα ότι με έκραζε –χωρίς εκείνος να το ξέρει ότι το ξέρω– τον αντιμετώπιζα όπως και τους υπόλοιπους.

Κάποια μέρα, μου τηλεφώνησε και μεταξύ άλλων με ρώτησε αν υπήρχε περίπτωση ο ΠΑΟΚ να πουλήσει τον Βιεϊρίνια στο λιμάνι. Του απάντησα ότι είχε γίνει σχετική πρόταση η οποία είχε απορριφθεί, το έγραψε στο site του και το επόμενο διάστημα μου τηλεφωνούσε δυο-τρεις φορές τη μέρα να με ευχαριστήσει για την αποκλειστικότητα.

Του εξήγησα ότι ειδήσεις στο πιάτο δεν προσφέρω σε κανέναν, έχοντας όμως τη δημοσιογραφική λογική της επιβράβευσης του πιο επίμονου και έξυπνου, του έδωσα την είδηση διότι απλά ήταν ο πρώτος και ο μοναδικός που με είχε ρωτήσει. Αν τον είχε προλάβει άλλος, θα ερχόταν δεύτερος. Ετσι λειτουργούσα, στην αρχή τουλάχιστον, γιατί στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν. Δεν το επιδίωξα εγώ, αλλά ήταν επιλογή ορισμένων δημοσιογράφων. Το πώς, το ποιοι και το γιατί, θα το εξηγήσω αναλυτικά στη συνέχεια…

Αυτά που προανέφερα, δεν ήταν τα μόνα χαρακτηριστικά των δημοσιογράφων της ομάδας. Υπήρχαν και άλλοι που, προκειμένου να βγάλουν είδηση, ήταν ικανοί να ταυτιστούν και με το διάολο, ακόμα κι αν αυτός τους έλεγε το μεγαλύτερο ψέμα. Θα το έγραφαν, για να νοιώσουν ότι είναι τόσο μεγάλοι που ταρακουνούν κοτζάμ ΠΑΟΚ. Σε τελική, είναι αυτό που έγραψα προηγουμένως περί ματαιοδοξίας.

Κάπως έτσι λειτουργούσαν οι Πετρωτός - Δαδαλιάρας που έγραφαν στο olaPAOK, οι οποίοι μπορούσαν ν’ αναπαράγουν τη μεγαλύτερη σαχλαμάρα ever, αν τους έδινε κλικαρίσματα, αδιαφορώντας αν συνάδει με τα συμφέροντα της ομάδας και κυρίως, αν το θέμα ήταν αληθινό.

Αν π.χ. έβρισκαν καμμιά γκόμενα που τους έλεγε ότι έπεσε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης την ώρα που περνούσε έξω από την Τούμπα θα το έκαναν θέμα, αδιαφορώντας αν ο επίσημος –και όχι μόνο– ΠΑΟΚ δεν είχε κάποια εμπλοκή. Στην πραγματικότητα, ούτε που θα διασταύρωναν την καταγγελία.

Ενδεικτικό είναι αυτό που συνέβη προσφάτως –μετά την αποχώρηση Ζαγοράκη– όταν αναπαρήγαγαν τη δήλωση του Μπά­μπη Αποστολίδη εκπροσώπου του υποψήφιου “επενδυτή” Κα­μπά­νη, ότι Βρύζας - Κατσαρής είχαν βγάλει τον ΠΑΟΚ σε πλειστηριασμό.

Η μομφή αφορούσε την προκήρυξη της Α.Μ.Κ., που ως γνωστόν είναι ανοιχτή για κάθε ενδιαφερόμενο και ο ΠΑΟΚ δε μπορεί ν’ απαγορεύσει σε κανέναν να καταθέσει το ποσό. Ούτε βεβαίως γίνεται να του δοθεί μικρότερο ποσοστό, αφού το ύψος της Α.Μ.Κ. είναι προκαθορισμένο. Κι όμως τα πουλιά της ενημέρωσης έσπευσαν ν’ ανεβάσουν την είδηση βραδιάτικα, χωρίς ν’ αναρωτηθούν έστω, πώς προκύπτει ο πλειστηριασμός.

Βρήκαν χαρά στα σκέλια τους από το ενδεχόμενο να γίνει μπάχαλο ο ΠΑΟΚ, ακόμα κι αν η μομφή ήταν ανυπόστατη από κάθε άποψη…

Εξ ίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι ο ΠΑΟΚ έπασχε από δημοσιογράφους-οπαδούς, που να αγαπούν πραγματικά την ομάδα, να έχουν το θάρρος της άποψης, στηριγμένης τόσο στην οπαδική όσο και στην αντικειμενική αλήθεια.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι τις παραμονές του αγώνα με την ΑΕΚ για τα play off, τα φιλικά στην Ενωση ΜΜΕ έκαναν ντόρο για το διαιτητή της αναμέτρησης, χωρίς λόγο. Το olaPAOK αντί να πορώσει τον κόσμο έκανε αφιερώματα στους Σκόκο και Μπλάνκο, αναλύοντας πόσο παικταράδες είναι και πόσο απειλούν τον ΠΑΟΚ. Τρέχα-γύρευε, δηλαδή.

Δημοσιογράφος-οπαδός ήταν ο Σταύρος Κόλκας, αλλά κι αυτός πέρα από την εξώφθαλμη και συστηματική εκδούλευση που πουλούσε στον Βρύζα, είχε κυριευτεί από το δαιμόνιο της “συνδιαμόρφωσης καταστάσεων” και δεν τον ενδιέφερε τόσο η αλήθεια. Πρόκειται για συνηθισμένη ασθένεια των δημοσιογράφων, που μόλις αισθανθούν την καταξίωση συμπεριφέρονται ως Πατριάρχες της ενημέρωσης. Μια φορά που τον είχα ξεφωνίσει έβγαζε αφρούς από το στόμα, επειδή τον είχα συμπεριλάβει στην ίδια λίστα με Ζαγόρα - Συρίγο - Θωμαΐδη που είχαν πουλήσει τον παπά-Φλωρίδη. Επί της ουσίας δεν απάντησε ποτέ, αν και στη λίστα τον είχαν κατατάξει τα γραφόμενά του και όχι εγώ. 

Για να μην τον αδικήσω, ήταν σε καλύτερη μοίρα από τα πουλιά του olaPAOK που προανέφερα, αλλά η μανία του να νοιώσει κάτι σε Πάπα της ενημέρωσης τον καθιστούσε επικίνδυνο ώρες-ώρες.Το μεγαλύτερο πρόβλημά του όμως, ήταν η υποτέλεια στον Βρύζα. Ορισμένες κωμικές προσεγγίσεις του τύπου «ο Γκαρσία δεν πατάει περιοχή» ήταν καθ’ υπόδειξη του Ζήση που αντιπαθούσε τον Ουρουγουανό και ήθελε να τον καθαρίσει, πουλώντας τον στην Τουρκία. Στην πορεία, διαπιστώνοντας το ρεύμα που είχε, ανα­διπλώθηκε.

Συμπαθητικός ρεπόρτερ ήταν ο Δημήτρης Τσορμπατζόγλου, έξυπνος και επίμονος. Ήταν από εκείνους που δύσκολα μπορούσες να κοροϊδέψεις, δεν ήταν καθόλου προβλέψιμος σε αυτά που ρωτούσε ή ήθελε να μάθει. Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αφήσει το παραμικρό να πέσει κάτω και να μείνει αδιευκρίνιστο. Πρόκειται για περίπτωση ανθρώπου που αν βγει στην αγορά για την απόκτηση αυτοκινήτου, θα κάνει την καλύτερη επιλογή. Ο πωλητής από τον οποίον θ’ αγοράσει όμως, θα οδηγηθεί στην αυτοκτονία.

Απολάμβανα τις συνεντεύξεις που μου έκανε, δεν του άρεσαν τ’ αυτονόητα, δεν έγλυφε και σε τελική, βοηθούσε κι εμένα να τα πω καλύτερα… Κι ενώ διέθετε χαρακτηριστικά που αποτελούν προίκα για κάποιον καλό ρεπόρτερ, είχε κουσούρια που ακύρωναν να προτερήματά του. Όπως, για παράδειγμα, ότι ενώ είχε άποψη που στηριζόταν σε υπαρκτά γεγονότα, την κρατούσε για τον εαυτό του και την προσάρμοζε στις ανάγκες και τα δεδομένα της κατά καιρούς επικαιρότητας.

Κι όμως, το θάρρος της γνώμης είναι αδιαπραγμάτευτο, ανεξαρτήτως συνθηκών. Μιλώντας μαζί του καταλάβαινες την άποψη που έχει, αλλά όταν μιλούσε στον αέρα για καυτά θέματα ήταν ώρες-ώρες δημοσιοσχετίστας και ολίγον σουπιά, προσπαθούσε να τα έχει καλά με όλους. Όμως ο ΠΑΟΚ, ειδικά στη φάση που ήταν τότε, είχε ανάγκη από γυμνές αλήθειες όσο κόστος κι αν είχαν.

Λάβετε υπ’ όψιν ότι στον ΠΑΟΚ υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει ένα οπαδικό κίνημα, που τα τελευταία χρόνια είναι πολύ ζω­ντανό και επικοινωνιακά! Δεν είναι κάτι παρεξηγήσιμο, αφού ο απλός κόσμος είδε δημοσιογράφους να του κρύβουν την αλήθεια για περιπτώσεις όπως του Μπατατούδη ή του Γούμενου και αισθάνθηκε ότι δεν τους καλύπτει η αλήθεια που πρεσβεύουν οι εκπρόσωποι του τύπου.

Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι στη Θεσσαλονίκη εδώ και μερικά χρόνια ευδοκιμεί το είδος του παραγωγού-πρώην οπαδού, που άρπαξε μικρόφωνο για να λέει τις αλήθειες που κρύβουν οι πραγματικοί δημοσιογράφοι. Με τον καιρό όμως παρασύρθηκε και η πλειοψηφία αυτών, όταν διαπίστωσαν πόσο δύσκολο είναι να ισορροπείς μεταξύ της πραγματικής αλήθειας και αυτής που πρεσβεύει η εργοδοσία, οι προσωπικές συμπάθειες ή ένα κομμάτι της κοινής γνώμης, που για χ-ψ λόγους υπολογίζεις.

Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς να γίνεσαι αντιπαθής σε όσους διαφωνούν, αλλά και να μην κερδίζεις τη συμπάθεια εκείνων που συμφωνούν, αφού το δήθεν και το φτιασιδωμένο δεν γίνεται να κρυφτεί.

Για παράδειγμα, ενώ στον ΠΑΟΚ υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι του δημοσιογραφικού κόσμου που ήταν συνειδητά υπέρ της επιστροφής Σαλπιγγίδη, όταν έπιανε πληκτρολόγιο ή μικρόφωνο προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ αυτού που πίστευε και εκείνου που ήθελε να διαβάσει το κοινό, που έβγαζε σπυριά με την επιστροφή του παίκτη. Ήταν μια πάλη ανάμεσα σε όσα επέβαλε η συνείδηση του καθενός και ο φόβος για ξεφωνητό ή και επίθεση από διαφωνούντες. Ο δρόμος αυτός ισοδυναμεί με αυτοχειρία της αξιοπιστίας του δημοσιογράφου, αφού, όταν δείχνει τόσο ευάλωτος, ομολογεί ότι είναι ακόμα πιο εύκολος στόχος και εμμέσως αποκαλύπτει τα κουμπιά του επηρεασμού του. Μπορεί πρόσκαιρα να τη γλυτώνει, μακροπρόθεσμα όμως δίνει σε όλους το μήνυμα ότι είναι φοβιτσιάρης, άρα έρμαιο του καθενός.

Mέσα σε όλα αυτά, συνυπολογίστε και μια ακόμα σημαντική παράμετρο που έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού παιγνιδιού. Την απουσία των υπόλοιπων ομάδων από την καθημερινότητα της ενημέρωσης. Ο Άρης έκανε δικό του ραδιοφωνικό σταθμό άρα η ειδησεογραφία εγκλωβίστηκε σε συγκεκριμένες συχνότητες κι ελεγχόμενα μικρόφωνα, ο Ηρακλής εξαφανίστηκε από προσώπου γης και κατά συνέπεια όλα τα ΜΜΕ ασχολούνταν νυ­χθημερόν με τον ΠΑΟΚ…

Γενικότερα πάντως αν και δε μπορώ να χρεώσω στους ρεπόρτερ του ΠΑΟΚ κακεντρέχεια –πλην κάποιων ελάχιστων εξαιρέσεων και σε περιορισμένο βαθμό– οι περισσότεροι έβγαζαν μια μιζέρια που τους ωθούσε σε ρεπορτάζ χαμηλού επιπέδου, φτάνοντας στο σημείο να μετρούν πόσους μήνες-μέρες-ώρες και λεπτά είχε να σκοράρει ένας παίκτης, πόσες θλάσεις ταλαιπώρησαν την ομάδα, ή πόσα έσοδα είχε από μια πρόκριση, ειδικώς όταν δεν υπήρχε αξιόλογη ειδησεογραφία.

Αυτό το τελευταίο κατέστη και επικίνδυνο, αφού –χωρίς να υποκρίπτεται σκοπιμότητα, αλλά από αφέλεια– οι ρεπόρτερ του ΠΑΟΚ μετρούσαν μόνο τα έσοδα ποτέ όμως τα έξοδα. Ανεπαίσθητα λοιπόν φτάσαμε από ένα σημείο και μετά στο σιγοντάρισμα των ανυπόστατων κραυγών του τύπου: “πού πήγαν τα λεφτά;” Αναμενόμενο, όταν ο κόσμος διαβάζει νυχθημερόν για τα λεφτά που εισπράττει μια εταιρεία, αλλά σπάνια τα έξοδα που έχει. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε ακόμα και με τον τρόπο υπολογισμού είτε των εσόδων είτε των εξόδων. Όταν π.χ. έφευγε ένας παίκτης, συμπεριλάμβαναν –και ορθώς– τα χρήματα που γλυτώνει η ΠΑΕ με την αποχώρησή του. Όταν η ΠΑΕ υπέγραφε με κάποιο νέο απόκτημα, γινόταν αναφορά στο πάγιο της αποζημίωσης του, χωρίς εφορίες, πριμ και λοιπά έξοδα.

Ανάλογης μιζέριας, αστειότητας κι επικινδυνότητας για την αποβλάκωση του κοινού, ήταν και παρόμοια ρεπορτάζ κάποιων φλούφληδων που στην προσπάθειά τους να παραστήσουν τους ψαγμένους, έκαναν το εξής κωμικό: Επέλεγαν παίκτες που για κάποιους λόγους δεν έπαιζαν πολύ, διαιρώντας τις συμμετοχές με την αποζημίωση που προέβλεπε το συμβόλαιό τους κι έβγαζαν μνημειώδη πορίσματα για το πόσο κόστισαν στην ομάδα ανά παιγνίδι ή ανά λεπτό.

Πρόκειται για την απόδειξη πως και στο χώρο του αθλητικού ρεπορτάζ, η δημοσιογραφική πενία τέχνας κατεργάζεται, αφού όποιος δε διαθέτει τις γνώσεις ή τα “καρύδια” για να κάνει σοβαρά ρεπορτάζ, αναλώνεται σε αναλύσεις του γλυκού νερού.

Δυστυχώς γι’ αυτούς όμως η αλήθεια είναι ότι, αν η αξιολόγηση της προσφοράς του οποιουδήποτε ήταν ζήτημα μαθηματικών πράξεων, τότε θα είχαν καταργηθεί προ πολλού οι προπονητές, οι τεχνικοί διευθυντές και οι υπόλοιποι εξειδικευμένοι γνώστες του αντικειμένου.

Για έναν προπονητή, είναι ζητούμενο να έχει παίκτες που ακόμα κι αν δεν παίζουν πολύ, προπονούνται με επαγγελματική ευσυνειδησία, κάθονται στον πάγκο χωρίς να γκρινιάζουν και όποτε χρειαστεί μπαίνουν μέσα και ανταποκρίνονται στην αποστολή τους. Κάθε παίκτης στο φινάλε, δεν πληρώνεται για να παίζει αλλά για να είναι έτοιμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του όποτε του ζητηθεί. Αν ο προπονητής κρίνει πως πρέπει να αγωνιστεί άλλος, θα κάνει την ανάλογη επιλογή και δε θα λάβει υπόψιν πόσο κοστίζει εκείνος που κάθεται στον πάγκο ή ο άλλος που παίζει… Ούτε θα λειτουργήσει με τη λογική ότι πρέπει να τους βάζει όλους αφού έχουν συμβόλαια. Κάθε ομάδα άλλωστε έχει πάνω από είκοσι επαγγελματίες, εκ των οποίων οι δεκαοχτώ συμμετέχουν στις αποστολές και αγωνίζονται έντεκα ή το πολύ δεκατέσσερεις. Αυτοί που προπονούνται αλλά δεν αγωνίζονται δεν μπορεί να θεωρηθούν άχρηστοι, αφού ενδεχομένως κάποια στιγμή φανούν χρήσιμοι. Μέχρι τότε θα παίζουν εκείνοι που αξίζουν περισσότερο ή ταιριάζουν καλύτερα στην τακτική…

Τέτοια περίπτωση ήταν ο Μίρκο Σαβίνι, που είχε μεν ελάχιστες συμμετοχές, όποτε χρειάστηκε όμως ήταν άψογος στα καθήκοντά του. Ήταν μάλιστα ο παίκτης-κλειδί στα play off του 2010, αφού χωρίς αυτόν ίσως ο Σάντος να μην είχε τα υλικά για ν’ ανακατέψει με τόσο αριστοτεχνικό τρόπο την τράπουλα. Το θέμα λοιπόν δεν είναι πόσα παιγνίδια έκανε ένας αθλητής, αλλά αν ανταποκρίθηκε στο ρόλο του τις φορές που επελέγη από τον προπονητή του.

Κάτι ανάλογο ισχύει για παίκτες όπως ο Φιλομένο ή ο Μοράες, που ταλαιπωρήθηκαν από σοβαρούς τραυματισμούς και δεν προ­σέφεραν το παραμικρό. Δυστυχώς παρόμοιες περιπτώσεις καταγράφονται συχνά στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και όπως συμβαίνει με όλους εμάς που σήμερα είμαστε υγιέστατοι και αύριο μπορεί να ξυπνήσουμε στην εντατική, καμμιά ομάδα δε μπορεί να προστατευτεί από την πιθανότητα να χάσει έναν αθλητή εξ αιτίας τραυματισμού.

Αν σε όλα τα παραπάνω προσθέσετε και κάποιες ανίατες περιπτώσεις τύπου Περικλή Στέλλα, και γραφικούς όπως ο Ραπτόπουλος, τότε αντιλαμβάνεσθε γιατί ο πήχυς της ενημέρωσης παραμένει διαχρονικά τόσο χαμηλά. Ο τελευταίος είναι περίπτωση με την οποία δεν αξίζει ν’ ασχοληθεί κανείς σοβαρά. Το διαφορετικό που έχει με τους υπόλοιπους γελωτοποιούς, είναι ότι το παίζει τζάμπα μάγκας. Κάποτε άφησε υπονοούμενα ότι ο Ζαγοράκης ήταν αμειβόμενος από τον ΠΑΟΚ. Του τηλεφώνησα στο διάλειμμα της εκπομπής και του εξήγησα ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Αν ταυτοχρόνως προσέφερε και σε άλλο πόστο, τότε ναι, όπως π.χ. ο Κωνσταντινίδης, που δεν πληρωνόταν ως μέλος του Δ.Σ. αλλά ως τεχνικός διευθυντής. Αν ο Ζαγοράκης ή κάποιος άλλος από το Δ.Σ. σφουγγάριζε τα γραφεία ή έφτιαχνε καφέδες εκτός από τις συμμετοχές του στο συμβούλιο, λογικό ήταν να πληρώνεται για την εργασία του. Επειδή μια φορά είχε φάει “πέσιμο” στον αέρα κι έγινε ρεζίλι, μου μιλούσε με ευγένεια προφανώς επειδή φοβόταν ότι αν συνεχίσει να προσβάλλει θα την ξαναπάθει.

Κάποια στιγμή μου ζήτησε άδεια να μπει μέσα στο γήπεδο για να συνοδεύσει τη σύζυγο του συγχωρεμένου πρ. προπονητή μας Γκιούλα Λόραντ, που επισκεπτόταν την Ελλάδα. Βρέθηκε με τον Ζαγοράκη που επίσης είχε σπεύσει να συναντήσει τη χήρα του Γκιούλα. Άρπαξα τον Ραπτόπουλο από το χέρι και τον πήγα μπροστά στον Ζαγοράκη, λέγοντάς του: «Εδώ σου τον έχω, ρώτα τον αν πληρώνεται». Αυτός γελούσε σα χάχας και πήγαινε την κουβέντα αλλού, επικαλούμενος κάποιες καλές κουβέντες που είχε πει στο παρελθόν για να δείξει ένα διαφορετικό πρόσωπο και να τον καλοπιάσει. Επειδή οι γυριστές με εκνεύριζαν, επέμενα λέγο­ντας: «άστα αυτά ρε σαχλαμάρα, ρώτα τον αν πληρώνεται», αλλά συνέχισε να νομίζει ότι πουλάει τρέλα ενώ η αμηχανία του ήταν ολοφάνερη.

Αργότερα εμφανίστηκε και ο Μάκης ο Γκαγκάτσης, τον πατέρα του οποίου στόλιζε απ’ το πρωί ως το βράδυ και μόλις τον αντίκρισε του είπε με στόμφο: «ο πατέρας σου είναι πανέξυπος, φοβερός παράγοντας, του βγάζω το καπέλο»!!!
«Καλα ρέ ξεφτίλα εσύ άλλα λες στον αέρα» του είπα, για να καταπιεί τη γλώσσα του και ν’ αλλάξει δέκα χρώματα.

Η αναφορά στο περιστατικό, φωτογραφίζει την κουτοπονηριά και την ανανδρεία όλων αυτών που παριστάνουν τους “καμπόσους” πίσω από την ασφάλεια των μικροφώνων και τον ελεγχόμενο μονόλογο που τους χαρίζει ο “διάλογος” με τους ακροατές.

Το θέμα δηλαδή, δεν ήταν ότι κάποιοι διαφωνούσαν αλλά ότι διέρρεαν από ψευδείς ειδήσεις μέχρι φαντασιώσεις, τις οποίες δεν είχαν κουράγιο να τις υποστηρίξουν ενώπιον αυτών που κατηγορούσαν και στην προκειμένη περίπτωση του Ζαγοράκη. Την ίδια στάση επέδειξαν αρκετοί ακόμα, όπως ο Πασχάλης Καμόρα, και χαρακτηριστικό είναι ότι δεν εμφανίστηκαν ΠΟΤΕ σε συνεντεύξεις τύπου, εκεί δηλαδή που είχαν όλη την άνεση να ξεμπροστιάσουν δημοσίως και σε πολλαπλάσιο ακροατήριο τον Ζαγοράκη! Τι πιο αντρίκειο από το να εμφανιστείς μπροστά του και να τον κάνεις ρεζίλι με τις ερωτήσεις που θα του υποβάλλεις; Επειδή όμως θα μπορούσαν να ρεζιλευτούν οι ίδιοι, δεν εμφανίστηκαν ποτέ και αρκούνταν στην ασυλία του μονολόγου και των φίλων τους που έβγαιναν στον αέρα για να τους πουν “πόσο ωραία τα λένε”.

Και έκραζε ο κόσμος τους δημοσιογράφους επειδή δεν έκαναν σκληρές ερωτήσεις στον Ζαγοράκη, αλλά πώς θα μπορούσε να γίνει όταν οι υποτιθέμενοι αντιπολιτευόμενοι έκαναν τις πάπιες και κρύβονταν;

Για την ιστορία, η δημοσιογραφική μιζέρια ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγους που έκαναν τον Σάντος να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του. Στο τελευταίο ραντεβού με τον Ζαγοράκη, ο Πορτογάλος ήταν ξεκάθαρος ότι δε μπορούσε να παλέψει με τη μιζέρια και την κακομοιριά του κόσμου και των δημοσιογράφων. Κι αν για τον κόσμο που λειτουργεί και με τη λογική του όχλου υπάρχει εξήγηση όπως κι ελαφρυντικά, οι δημοσιογράφοι, που ζουν κοντά στην ομάδα, υποτίθεται πως έχουν τη στοιχειώδη μόρφωση και βλέπουν τα περισσότερα εκ των έσω, είναι αδικαιολόγητοι. Κι όταν φεύγοντας ο Σάντος, επικαλέστηκε την κούραση, αυτό ακριβώς εννούσε! Όχι την καθημερινή ταλαιπωρία των προπονήσεων και το άγχος των αγώνων, αλλά τη ζαλάδα της καθημερινής συνύπαρξης και εξάρτησης κατά μία έννοια, από ένα μάτσο αδαείς καιροσκόπους μια και η «ενημέρωση» στη Θεσσαλονίκη παρέχεται και από λογής-λογής παραγωγούς.

Κλείνοντας την αναφορά στους δημοσιογράφους, είναι απαραίτητο να επισημανθεί πως δεν είχαν τη στοιχειώδη εξυπνάδα ν’ αντιληφθούν ότι η ανατροπή των δεδομένων που έφερε η περίοδος Ζαγοράκη, ωφέλησε κατά κύριο λόγο τους ίδιους, αφού ο ΠΑΟΚ άρχισε να “ξαναπουλάει”. Μια ομάδα που ξαναφέρνει τον κόσμο στο γήπεδο και πολλαπλασιάζει τον μ.ο. εισιτηρίων με θεαματικούς ρυθμούς, αυξάνει την ανάγκη ενημέρωσης. Όταν τα 5-6 χιλιάδες εισιτήρια μετατρέπονται σε 21 χιλιάδες διαρκείας, εξυπακούεται ότι το ίδιο συμβαίνει με αυτούς που νοιώθουν την ανάγκη να αγοράσουν εφημερίδα ή να ακούσουν ραδιόφωνο.

Νεόκοποι ρεπόρτερ, που αναδείχτηκαν και καθιερώθηκαν τα τελευταία χρόνια, όπως ο Τσορμπατζόγλου ή ο Κόλκας, απέκτησαν υπόσταση μετά την έλευση Ζαγοράκη, τότε που ακόμα και οι Αθηναίοι ήθελαν να μαθαίνουν για τον ΠΑΟΚ, αφού μια ομάδα που χτυπά πρωτάθλημα και σπάει ανελλιπώς το ΠΟΚ, ενδιαφέρει και απασχολεί τους πάντες…

Δεν υπάρχουν σχόλια :

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ PAOK-26